Διαβάζοντας την, ομολογουμένως ανησυχητική, εκτίμηση δύο
διακεκριμένων ειδικών σε θέματα ασφαλείας υπολογιστών
(του ρώσου Γιεβγένι Κασπέρσκι, δημιουργού του ομώνυμου δημοφιλούς προγράμματος anti-virus και του αμερικανού Μάικλ Χέιντεν, πρώην διευθυντή της Αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας ή NSA) στο Reuters δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ κι εγώ για κάτι που αναρωτιέται ο συντάκτης: γιατί ο περισσότερος κόσμος ενώ δε θα είχε πρόβλημα αν ένας αστυνομικός έριχνε μια ματιά στον κήπο του επειδή άκουσε κάτι ύποπτο, θα αντιδρούσε πολύ πιο καχύποπτα αν ο ίδιος αστυνομικός έριχνε μια ματιά στον ψηφιακό του «κήπο» -δηλαδή στο online περιβάλλον του.
Η απορία του συντάκτη έρχεται σαν σχόλιο στις δηλώσεις των κ.κ. Κασπέρσκι και Χέιντεν στο 3ο Ετήσιο Συνέδριο Κορυφής Μπίλινγκτον με αντικείμενο την Ψηφιακή Ασφάλεια ότι πλέον οι ηλεκτρονικές επιθέσεις μεγάλης κλίμακας και συχνά με δράστη διάφορες κυβερνήσεις αποτελούν μια απτή πραγματικότητα, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από την παγκόσμια κοινότητα (τα παραδείγματα που φέρνουν είναι οι επιθέσεις με τα κακόβουλα προγράμματα Stuxnet, Flame και Gauss που έχουν κατηγορηθεί για διάφορες δολιοφθορές στη Μέση Ανατολή, με πιο γνωστές αυτές στις μονάδες εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν).
Παρότι το θέμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από διάφορες πλευρές, όπως έγραψα παραπάνω με απασχολεί περισσότερο η καχυποψία που έχουμε όλοι όσοι «ζούμε» online όταν ξεκινά μια συζήτηση αυστηρότερων μέτρων -οι δύο ειδικοί ανέφεραν την αντίδραση αυτή ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσες κυβερνήσεις ανακοινώνουν ότι θέλουν να δημιουργήσουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην πιθανότητα κάποιος να επιτεθεί στις υποδομές τους και να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Με πιο απλά λόγια, οι περισσότεροι χρήστες δεν είναι διατεθειμένοι να υποχωρήσουν ούτε ένα βήμα σε σχέση με τις ψηφιακές τους ελευθερίες, ακόμα και αν αυτό σημαίνει έλλειψη άμυνας απέναντι σε ένα ενδεχόμενο πολιτικά ορμώμενο τρομοκρατικό χτύπημα.
Αλλά γιατί; Μια πρόχειρη εκτίμηση θα έλεγε ότι οι μεν συνειδητοποιημένοι χρήστες αισθάνονται το Internet ως το τελευταίο προπύργιο ελευθερίας και δε θέλουν να διαπραγματευθούν την ελευθερία αυτή -ιδιαίτερα αν το φόβητρο είναι μια τρομοκρατική επίθεση που κανείς δε φαντάζεται ως ρεαλιστική (όπως συχνά συμβαίνει με τις τρομοκρατικές επιθέσεις και στον πραγματικό κόσμο – η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα). Όσο για τους πιο αδαείς χρήστες, νομίζω ο λόγος που αντιδρούν είναι πιο απλός: μην κατανοώντας ακριβώς πώς λειτουργεί το Δίκτυο, φοβούνται ότι οι διωκτικές αρχές θα κάνουν διάφορα ακατανόμαστα πράγματα τα οποία αυτοί δεν μπορούν να ελέγξουν, αντίθετα από τον αστυνομικό που θα έρθει να ελέγξει τον κήπο τους.
Καίτοι όπως έγραψα παραπάνω συγκαταλέγομαι κι εγώ σ’ αυτούς που αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη καχυποψία κάθε συζήτηση περί ελέγχου στο Internet, παρακολουθώντας τόσο λόγω δουλειάς, όσο και λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος τα τεκταινόμενα στο μέτωπο της τρομοκρατίας (και θέλω να είμαι σαφής -μιλάω για πραγματική τρομοκρατία, όχι για ακτιβιστές όπως οι Anonymous) δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι αρκετά άβολα στο πώς έχουν αρχίσει να εξελίσσονται τα πράγματα. Συχνά λέμε ότι για την απώλεια της «αθωότητας» του Δικτύου ευθύνονται οι εταιρείες, όμως ξεχνάμε ότι εκεί έξω υπάρχουν και ορισμένοι πραγματικά «κακοί άνθρωποι».
(του ρώσου Γιεβγένι Κασπέρσκι, δημιουργού του ομώνυμου δημοφιλούς προγράμματος anti-virus και του αμερικανού Μάικλ Χέιντεν, πρώην διευθυντή της Αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας ή NSA) στο Reuters δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ κι εγώ για κάτι που αναρωτιέται ο συντάκτης: γιατί ο περισσότερος κόσμος ενώ δε θα είχε πρόβλημα αν ένας αστυνομικός έριχνε μια ματιά στον κήπο του επειδή άκουσε κάτι ύποπτο, θα αντιδρούσε πολύ πιο καχύποπτα αν ο ίδιος αστυνομικός έριχνε μια ματιά στον ψηφιακό του «κήπο» -δηλαδή στο online περιβάλλον του.
Η απορία του συντάκτη έρχεται σαν σχόλιο στις δηλώσεις των κ.κ. Κασπέρσκι και Χέιντεν στο 3ο Ετήσιο Συνέδριο Κορυφής Μπίλινγκτον με αντικείμενο την Ψηφιακή Ασφάλεια ότι πλέον οι ηλεκτρονικές επιθέσεις μεγάλης κλίμακας και συχνά με δράστη διάφορες κυβερνήσεις αποτελούν μια απτή πραγματικότητα, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από την παγκόσμια κοινότητα (τα παραδείγματα που φέρνουν είναι οι επιθέσεις με τα κακόβουλα προγράμματα Stuxnet, Flame και Gauss που έχουν κατηγορηθεί για διάφορες δολιοφθορές στη Μέση Ανατολή, με πιο γνωστές αυτές στις μονάδες εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν).
Παρότι το θέμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από διάφορες πλευρές, όπως έγραψα παραπάνω με απασχολεί περισσότερο η καχυποψία που έχουμε όλοι όσοι «ζούμε» online όταν ξεκινά μια συζήτηση αυστηρότερων μέτρων -οι δύο ειδικοί ανέφεραν την αντίδραση αυτή ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσες κυβερνήσεις ανακοινώνουν ότι θέλουν να δημιουργήσουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην πιθανότητα κάποιος να επιτεθεί στις υποδομές τους και να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Με πιο απλά λόγια, οι περισσότεροι χρήστες δεν είναι διατεθειμένοι να υποχωρήσουν ούτε ένα βήμα σε σχέση με τις ψηφιακές τους ελευθερίες, ακόμα και αν αυτό σημαίνει έλλειψη άμυνας απέναντι σε ένα ενδεχόμενο πολιτικά ορμώμενο τρομοκρατικό χτύπημα.
Αλλά γιατί; Μια πρόχειρη εκτίμηση θα έλεγε ότι οι μεν συνειδητοποιημένοι χρήστες αισθάνονται το Internet ως το τελευταίο προπύργιο ελευθερίας και δε θέλουν να διαπραγματευθούν την ελευθερία αυτή -ιδιαίτερα αν το φόβητρο είναι μια τρομοκρατική επίθεση που κανείς δε φαντάζεται ως ρεαλιστική (όπως συχνά συμβαίνει με τις τρομοκρατικές επιθέσεις και στον πραγματικό κόσμο – η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα). Όσο για τους πιο αδαείς χρήστες, νομίζω ο λόγος που αντιδρούν είναι πιο απλός: μην κατανοώντας ακριβώς πώς λειτουργεί το Δίκτυο, φοβούνται ότι οι διωκτικές αρχές θα κάνουν διάφορα ακατανόμαστα πράγματα τα οποία αυτοί δεν μπορούν να ελέγξουν, αντίθετα από τον αστυνομικό που θα έρθει να ελέγξει τον κήπο τους.
Καίτοι όπως έγραψα παραπάνω συγκαταλέγομαι κι εγώ σ’ αυτούς που αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη καχυποψία κάθε συζήτηση περί ελέγχου στο Internet, παρακολουθώντας τόσο λόγω δουλειάς, όσο και λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος τα τεκταινόμενα στο μέτωπο της τρομοκρατίας (και θέλω να είμαι σαφής -μιλάω για πραγματική τρομοκρατία, όχι για ακτιβιστές όπως οι Anonymous) δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι αρκετά άβολα στο πώς έχουν αρχίσει να εξελίσσονται τα πράγματα. Συχνά λέμε ότι για την απώλεια της «αθωότητας» του Δικτύου ευθύνονται οι εταιρείες, όμως ξεχνάμε ότι εκεί έξω υπάρχουν και ορισμένοι πραγματικά «κακοί άνθρωποι».

