Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Δύο μονόλογοι ισούνται με έναν διάλογο;

Ο διάλογος έχει μια περίοπτη θέση στην κοινωνία μας.
Η εκάστοτε κυβέρνηση προχωρεί σε διάλογο με τα συνδικάτα, στα παράθυρα των καναλιών οι δημοσιογράφοι κάνουν διάλογο με τους πολιτικούς και οι πολιτικοί κάνουν διάλογο μεταξύ τους, στο σχολείο ενθαρρύνεται η μάθηση μέσω του διαλόγου, οι θαμώνες των καφενείων και των καφετεριών αναλώνουμε ώρες και φαιά ουσία σε διάλογο.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν οι πωλητές είναι το πώς να εγκαθιδρύουν διάλογο με τους υποψήφιους πελάτες τους και στα chat rooms του internet εκατομμύρια ανθρώπων διαλέγονται μεταξύ τους.

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, οι έλληνες έφηβοι αισθάνονται μοναξιά και θα ήθελαν περισσότερους φίλους, οι πολίτες φαίνεται  να απομακρύνονται από τους πολιτικούς παρά την εμμονή των τελευταίων στο διάλογο και οι άνθρωποι νιώθουν να αποξενώνονται όλο και περισσότερο τόσο από τους άλλους όσο κι από τον εαυτό τους.

Ένα μεγάλο παράπονο των ανθρώπων σήμερα είναι πως δεν ακούγονται. Ζούμε στην εποχή του θετικισμού, όπου υπάρχουν σαφή λάθη και σωστά, υπάρχουν συμβουλές και οδηγίες για κάθε επιδίωξη και τα περιοδικά life style (τρόπου ζωής) δογματικά χαρακτηρίζουν προτιμήσεις και συμπεριφορές ως αποδεκτές ή απαράδεκτες σύμφωνα με εφήμερες τάσεις.

Έτσι, ζούμε με την ψευδαίσθηση του απολύτως σωστού και του απολύτως λάθους, και περιχαρακωνόμαστε σε αυτά που γνωρίζουμε για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Ο αυτοσεβασμός μας γίνεται καθημερινά στόχος χιλιάδων διαφημίσεων και μηνυμάτων που μας υποδεικνύουν πως για να αξίζουμε πραγματικά πρέπει να αλλάξουμε και να υιοθετήσουμε τις χ, ψ καταναλωτικές συνήθειες.

Έτσι, σε ένα κλίμα ανασφάλειας και προσωπικής ανεπάρκειας  ο διάλογος παίρνει  την παρακάτω μορφή. Όταν ακούμε το συνομιλητή μας, δεν μπαίνουμε στον κόπο να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, αλλά ανατρέχουμε σε δικές μας εμπειρίες και ανάγκες, βουτάμε στον δικό μας κόσμο.

Όταν ανταπαντούμε, δεν αποκρινόμαστε σε αυτό που ακούσαμε, αλλά στην μνήμη, στην εμπειρία ή στο συναίσθημα που μας γεννήθηκε. Έτσι, χάνεται το «εμείς»  στο εδώ και τώρα, μιας και δεν υπάρχει μοίρασμα, κι αντικαθίσταται από το «εγώ» και το «εσύ». Σαν δυο παράλληλες γραμμές που ταξιδεύουν μαζί αλλά δε συναντιούνται. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι νιώθουμε πως δεν ακουγόμαστε και  περιοριζόμαστε στο «εγώ» το οποίο όμως ατροφεί, μιας και το εγώ αναπτύσσεται  και αποκτά υπόσταση μέσα από το «εσύ» και τη διαλεκτική σχέση.
Άλλο λοιπόν διάλογος κι άλλο δυο μονόλογοι. Άλλο το εγώ και το εσύ που ευκαιριακά συναντιούνται, μένουν μαζί για λίγο και χωρίζονται το ίδιο μόνοι όσο πριν να βρεθούν κι άλλο το «εμείς» που εμπεριέχει την έννοια του νοιαξίματος του μοιράσματος και του εμπλουτισμού.

Οι άνθρωποι εύκολα ξεχνάμε πως καθένας μας είναι διαφορετικός και πως για να καταλάβουμε τον συνομιλητή μας, το παιδί μας, το σύντροφό μας, πρέπει να μπούμε για λίγο στο δικό του πλαίσιο αναφοράς, να δούμε για λίγο τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Αυτό δεν σημαίνει να χάσουμε το δικό μας πλαίσιο αναφοράς απλά για λίγο να δανειστούμε τα μάτια του συνομιλητή μας.
Για παράδειγμα, όταν μιλάω με μικρά παιδιά, έχω δει να είναι πολύ βοηθητικό να γονατίζω στο ύψος τους και να κοιτιόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο. Έτσι, για λίγο, κατεβαίνω στο ύψος των παιδιών, βλέπω τον κόσμο μαζί τους, μέσα από το δικό τους οπτικό πρίσμα, για λίγο κοιτάω τα πράγματα σαν να ήμουν κι εγώ παιδί.

Από την άλλη, αν και γίνομαι για λίγο σαν παιδί, δεν χάνω την δικιά μου ταυτότητα, την ταυτότητα του ενηλίκου, ανά πάσα στιγμή μπορώ να σηκωθώ και να δω τον κόσμο μέσα από την δικιά μου οπτική γωνία, την οπτική γωνία ενός ενηλίκου. Έχω δει πως τέτοιου είδους συναναστροφές με παιδιά είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Τα παιδιά μού  μιλούν στη δικιά τους γλώσσα κι εγώ μπορώ να τα ακούσω και να τα καταλάβω καλύτερα, κι από την άλλη γίνομαι πλουσιότερος αφού έχω γίνει κοινωνός της οπτικής γωνίας των παιδιών.

Ο πραγματικός διάλογος σε μια σχέση (π.χ. γονέα- παιδιού, συντρόφων, εργοδότη κι εργαζόμενου, δασκάλου και μαθητή κ.α.) προϋποθέτει πως οι δυο συνομιλητές είναι διατεθειμένοι να προσπαθήσουν να δουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια του συνομιλητή τους, να αφήσουν στην άκρη τυχόν προκαταλήψεις, συναισθήματα, προσωπικές ανάγκες για να δουν την πραγματικότητα του άλλου.

Ένας διάλογος που ξεκινά με μοναδικό στόχο να πείσει ο ένας τον άλλο για κάτι, εύκολα μετατρέπεται σε δυο μονολόγους και χάνεται η αίσθηση του μοιράσματος.  Αντίθετα, ένας διάλογος με γνήσιο ενδιαφέρον για το συνομιλητή μας και το πλαίσιο αναφοράς του μπορεί να γίνει μια πλούσια εμπειρία αλληλοσεβασμού και αλληλοκατανόησης. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αυτογνωσία και εμπιστοσύνη στην προσωπική μας αξία ώστε να μην νιώθουμε ότι απειλούμαστε από τη διαφορετικότητα του συνομιλητή μας.